Σε ένα μακρινό νησί, τα μέλη μιας μυστικής αδελφότητας προληπτικών πιστεύουν ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά και αποφασίζουν να τις εξολοθρεύσουν με δηλητήρια, παγίδες και χίλιους δυο απάνθρωπους τρόπους. Σε λίγο έχουν σχεδόν επιτύχει τον σκοπό τους. Οι μαύρες γάτες επικηρύχθηκαν με σκοπό να τις αφανίσουν. Έτσι, όλες οι μαύρες γάτες κρύβονται όλη τη μέρα με τον φόβο μην τις πιάσουν. Έτσι, ο μαύρος γάτος μένει μόνος γιατί με τις μέρες οι φίλοι του όλο και λιγοστεύουν και μένει δίχως ελπίδα καμία. Ο διωγμός επεκτείνεται και στις υπόλοιπες γάτες. Μέσα σ΄ αυτό τον κατατρεγμό βρίσκει την αληθινή αγάπη που ακούει στο όνομα Εβένινα. Και πάλι όμως μένει μόνος του και περιπλανιέται στους δρόμους. Συναντά ένα φίλο από τα παλιά κι απ’ αυτόν μαθαίνει πως ένας άπληστος γουναράς θέλει να κάνει όλες τις γάτες που κρατεί στα υπόγεια του, γούνες. Μαζί αποφασίζουν να διασώσουν τις υπόλοιπες γάτες. Με τη βοήθεια μιας καλής γυναίκας της κυράς Ρήνης τα καταφέρνουν. Τότε παίρνουν την απόφαση να βουλιάξουν το καράβι με τις φάκες για να γεμίσει το νησί ποντίκια. Με αυτόν τον τρόπο βρήκαν την ευκαιρία να γίνουν ξανά αποδεκτοί κατατροπώνοντας τα ποντίκια. Στο μότο του βιβλίου ο Τριβιζάς υπογραμμίζει:
Σας τα λέω όλ’ αυτά
γιατί εδώ στο νησί μας,
όπως κι αλλού,
οι γάτες ξεχνάνε,
οι άνθρωποι ξεχνάνε,
και η τρέλα δεν θέλει πολύ ν
α φουντώσει πάλι
φτου ξανά κι απ’ την αρχή.